ασπαλιευτής


ασπαλιευτής
ἀσπαλιευτής, ο (Α)
[ασπαλιεύομαι]
ο ασπαλιεύς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσπαλιευτής — angler masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιευταῖς — ἀσπαλιευτής angler masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιευταί — ἀσπαλιευτής angler masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιευτοῦ — ἀσπαλιευτής angler masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιευτήν — ἀσπαλιευτής angler masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιευτῶν — ἀσπαλιευτής angler masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οίος — (I) οἶος, οἴα, ον, επικ. τ. θηλ. οἴη, κυπρ. τ. οἶFος (Α) 1. μόνος, χωρίς συνοδεία, ολομόναχος («ὅν ῥα συβώτης αὐτὸς κτήσατο οἶος ἀποιχομένοιο ἄνακτος, νόσφιν δεσποίνης», Ομ. Οδ.) 2. μοναδικός στο είδος του, εξαίρετος 3. (το ουδ. ως επίρρ.) οἶον… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.